Συχνές Ερωτήσεις

Οι πιο συχνές
ερωτήσεις

— και οι απαντήσεις μας.

Συγκεντρώσαμε τις ερωτήσεις που ακούμε πιο συχνά και τις απαντήσαμε με βάση την εμπειρία μας, τις σύγχρονες οδηγίες και τη διεθνή βιβλιογραφία. Αν η δική σας ερώτηση δεν περιλαμβάνεται, επικοινωνήστε μαζί μας — θα χαρούμε να σας απαντήσουμε.

I.

Μαστογραφία & Πρόληψη

Ο προληπτικός μαστογραφικός έλεγχος πρέπει να ξεκινά σε ηλικία 40 ετών και να γίνεται κάθε χρόνο μέχρι τα 65. Από τα 65 έως τα 75 ο έλεγχος συνεχίζεται κάθε 2 χρόνια.

Σε ηλικία 35 ετών μπορεί να γίνει μία πρώτη μαστογραφία αναφοράς, κατά προτίμηση ψηφιακή, λόγω της μικρότερης ακτινοβολίας και της καλύτερης απόδοσης στους πυκνούς νεανικούς μαστούς. Γυναίκες από 30 ετών είναι χρήσιμο να μελετώνται με υπερήχους, ειδικά πριν από εγκυμοσύνη ή την τοποθέτηση ενθεμάτων σιλικόνης.

Η ψηφιακή μαστογραφία έχει έως και 30–40% λιγότερη ακτινοβολία από τη συμβατική με φιλμ. Ανιχνεύει μικρότερες βλάβες και μικρότερες αποτιτανώσεις που συνοδεύουν τον πρώιμο καρκίνο του μαστού.

Η μελέτη DMIST επιβεβαίωσε τα πλεονεκτήματά της, συνιστώντας την κατά προτεραιότητα σε όλες τις γυναίκες κοντά στην εμμηνόπαυση και σε αυτές κάτω των 50 ετών.

Ναι. Η ψηφιακή μαστογραφία που χρησιμοποιεί ανιχνευτή πλήρους πεδίου (full field panel) από σελήνιο ή πυρίτιο αξιοποιεί στο μέγιστο τα πλεονεκτήματα της τεχνικής.

Η πλέον πρόσφατη εξέλιξή της, η Τομοσύνθεση, είναι ακόμα πιο ακριβής: σαρώνοντας τον μαστό με τομές ενός χιλιοστού, επιτρέπει την ανίχνευση μικρών ύποπτων βλαβών που συχνά κρύβονται σε πυκνές περιοχές.

Η τελευταία εξέλιξη αφορά τη δημιουργία Συνθετικών εικόνων από την Τομοσύνθεση, που μειώνει τόσο τον χρόνο της εξέτασης όσο και την ακτινοβολία κατά 40%, καθώς χρησιμοποιείται μόνο η τομοσύνθεση για τη δημιουργία των εικόνων.

Η βασική διασφάλιση είναι ο απεικονιστής μαστού που διαβάζει τις μαστογραφίες να είναι έμπειρος — κάτι που εξασφαλίζεται όταν γνωματεύει τουλάχιστον 4.000 μαστογραφίες ετησίως.

Στους προληπτικούς ελέγχους, το διπλό διάβασμα από δεύτερο ακτινολόγο και η χρήση συστήματος ηλεκτρονικής ανίχνευσης (CAD) αυξάνουν το ποσοστό ανίχνευσης —ακόμη και πρώιμου— καρκίνου κατά 20%. Η χρήση μαστογράφου με Τομοσύνθεση αυξάνει την ευαισθησία της εξέτασης, ειδικά στους δύσκολους και επικίνδυνους πυκνούς μαστούς.

Συνήθως η μαστογραφία δεν πονάει, με την προϋπόθεση ότι η εξέταση γίνεται από έμπειρο τεχνολόγο και την 7η–12η ημέρα του κύκλου, όταν ο μαστός βρίσκεται σε φάση ηρεμίας. Η αποφυγή του καφέ, που έχει ορμονική δράση, τις τελευταίες ημέρες πριν την εξέταση βοηθά σημαντικά.

Η χρήση ενός ειδικού καλύμματος με την ονομασία MammoPad, που χρησιμοποιείται πλέον και στο Κέντρο μας, μειώνει κατά 50% την ενόχληση. Επιπλέον, στον καινούργιο μας μαστογράφο 3Dimensions της Hologic, το καμπυλωτό πίεστρο και ο μικρότερος χρόνος πίεσης του μαστού μειώνουν κατά 50% τον πόνο και την ενόχληση.

Η υψηλής ευκρίνειας Τομοσύνθεση επιτρέπει σήμερα την ανίχνευση μικρότερων καρκίνων του μαστού σε σύγκριση με την αρχική της μορφή, καθώς και τη δημιουργία καλύτερων Συνθετικών εικόνων που μειώνουν τη συνολική ακτινοβολία της εξέτασης κατά τουλάχιστον 40%.

Σαρώνοντας τον μαστό με τομές 1 χιλιοστού, αναδεικνύονται καρκίνοι που διαφορετικά θα εντοπίζονταν μόνο με συμπληρωματικό υπέρηχο.

Τέλος, η χρήση σκιαγραφικού στη μαστογραφία αλλάζει σημαντικά τα δεδομένα για την ανίχνευση μικρών καρκίνων, ακόμη και σε δύσκολους πυκνούς μαστούς, και στις ίδιες ενδείξεις μπορεί να αντικαταστήσει τη Μαγνητική Μαστογραφία, που επίσης χρησιμοποιεί σκιαγραφικό.

Σήμερα η εκτίμηση του ρίσκου είναι απαραίτητη και γίνεται με ενσωματωμένο πρόγραμμα στον μαστογράφο. Το πρόγραμμα καθορίζει την πιθανότητα, τα επόμενα 2 χρόνια, η γυναίκα που εξετάζεται να εμφανίσει καρκίνο, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, την πυκνότητα του μαστού και τα ευρήματα που ανιχνεύονται στον μαστογραφικό έλεγχο.

Υπάρχουν 4 κατηγορίες ρίσκου: χαμηλό, κανονικό, μέτριο και υψηλό.

Ο υπολογισμός του ρίσκου μάς επιτρέπει να σχεδιάσουμε σωστά το πρόγραμμα μαστογραφικού ελέγχου που πρέπει να ακολουθήσει μια γυναίκα —ετήσιο, κάθε ενάμιση έτος ή κάθε δύο έτη— και καθορίζει αν χρειάζεται να συμπληρωθεί με άλλες προληπτικές τεχνικές, όπως ο υπέρηχος ή η μαγνητική μαστογραφία. Οι γυναίκες με μέτριο ή υψηλό ρίσκο ωφελούνται ιδιαίτερα, καθώς χρειάζονται πιο συχνό και συμπληρωματικό έλεγχο, ειδικά όσες έχουν πυκνούς μαστούς.

II.

Υπέρηχοι & Ελαστογραφία

Οι υπέρηχοι υψηλής ευκρίνειας χρησιμοποιούνται συχνά για να διευκρινίσουν μαστογραφικά ευρήματα, όταν το κρίνει απαραίτητο ο απεικονιστής μαστού. Χρησιμοποιούνται επίσης συμπληρωματικά σε γυναίκες υψηλού κινδύνου με πυκνούς μαστούς, κατηγορίας 3 και 4 κατά BI-RADS, με αρνητική μαστογραφία.

Χρησιμοποιούνται ακόμη εναλλακτικά της μαστογραφίας σε νεότερες γυναίκες, κάτω των 40 ετών. Σε γυναίκες κάτω των 35, καθώς και σε γυναίκες σε κύηση ή γαλουχία, οι υπέρηχοι θεωρούνται εξέταση εκλογής σε περίπτωση ψηλαφητού ευρήματος.

Είναι μια τεχνική των υπερήχων που επιτρέπει να ξεχωρίσουμε ένα καλόηθες ογκίδιο από τις ύποπτες για κακοήθεια βλάβες, μετρώντας την ελαστικότητά τους ποιοτικά αλλά πλέον και ποσοτικά, με την τελευταία εξέλιξη — την ελαστογραφία εγκάρσιου κύματος (shear wave). Οι καρκίνοι εμφανίζουν αυξημένη σκληρότητα (>70 kPa) και ταχύτητα κύματος (>2 cm/sec).

Με την ελαστογραφία μπορούν να αποφευχθούν μη απαραίτητες βιοψίες σε καλοήθεις βλάβες που απλώς παρακολουθούνται. Η μέθοδος εφαρμόζεται με τα ίδια ενθαρρυντικά αποτελέσματα και στον χαρακτηρισμό όζων του θυρεοειδούς.

Υπάρχει και τρισδιάστατη ελαστογραφία μαστού, που χαρτογραφεί την ελαστικότητα ολόκληρου του μαστού και χρησιμοποιείται κυρίως στην παρακολούθηση γυναικών με καρκίνο του μαστού, για την εκτίμηση της ανταπόκρισής τους στη χημειοθεραπεία.

Η ελαστογραφία που χρησιμοποιείται σήμερα στο Κέντρο μας, τόσο στη strain όσο και στη shear wave μορφή της, είναι περαιτέρω εξελιγμένη.

Η μελέτη της μικροαγγείωσης μιας βλάβης, την οποία διαθέτει ο υπερταχύς υπερηχογράφος Aixplorer, προσθέτει επιπλέον πληροφορίες για την ανίχνευση ενός καρκίνου. Τέλος, η χρήση σκιαγραφικών και στους υπέρηχους μαστού βοηθά στον χαρακτηρισμό των βλαβών και στην επιλογή εκείνων που χρειάζονται περαιτέρω βιοψία.

Είναι βλάβες μικρού μεγέθους που δεν είναι ψηλαφητές και ανιχνεύονται συνήθως σε προληπτικό μαστογραφικό έλεγχο ή σε screening με αυτόματο υπέρηχο.

Η βιοψία τους γίνεται είτε χειρουργικά, με εντοπισμό μέσω συρμάτινου οδηγού, είτε διαδερμικά με mammotome υπό καθοδήγηση μαστογράφου, είτε με υπερήχους όταν είναι υπερηχοτομογραφικά ορατές. Αψηλάφητες βλάβες που είναι ορατές μόνο σε μαγνητικό μαστογράφο εντοπίζονται μόνο σε αυτόν, εκτός αν ανιχνεύονται και με υπερήχους.

III.

Οστεοπόρωση & Σύσταση Σώματος

Τα καινούργια μηχανήματα οστεοπόρωσης επιτρέπουν όχι μόνο τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας (BMD) σε διάφορες περιοχές του σώματος, αλλά και την ανίχνευση σιωπηλών καταγμάτων στη σπονδυλική στήλη, που αποτελούν σοβαρό προγνωστικό δείκτη για νέο, σοβαρότερο κάταγμα.

Επιτρέπουν επίσης την ανίχνευση ασβεστώσεων στην κοιλιακή αορτή —προγνωστικό παράγοντα για καρδιαγγειακά επεισόδια—, τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας με 30% λιγότερη ακτινοβολία και σε χρόνο 10 δευτερολέπτων, καθώς και τρισδιάστατη (3D) μελέτη που εκτιμά τη βιομηχανική αντοχή του οστού.

Τέλος, υπολογίζουν αυτόματα το FRAX score σε μία εξέταση, βοηθώντας στην απόφαση για χορήγηση ή όχι αγωγής, εκτιμώντας με ακρίβεια το ρίσκο ενός οστεοπορωτικού κατάγματος.

Τα μηχανήματα οστεοπόρωσης (DEXA), εκτός από τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας, καταγράφουν την οστική πυκνότητα σε ολόκληρο τον σκελετό και, ταυτόχρονα, την περιεκτικότητα του σώματος σε μυϊκή μάζα και λίπος.

Υπάρχουν περιοχικές μετρήσεις των παραπάνω και, ειδικά για το λίπος, γίνεται πλέον χωριστή εκτίμηση του υποδόριου και του σπλαχνικού λίπους (που βρίσκεται μέσα στην κοιλιά). Η μέτρηση του σπλαχνικού λίπους είναι προγνωστικός παράγοντας για μεταβολικά και καρδιαγγειακά νοσήματα.